βαῦ

βαῦ, a kind of
A flower, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαυ — βαύ (Α) βλ. βαβ …   Dictionary of Greek

  • Marcosians — Gnosticism This article is part of a series on Gnosticism History of Gnosticism …   Wikipedia

  • βαΰζω — και βαγύζω (AM βαΰζω, Μ και βαγύζω, Α και βαΰσδω) 1. (για σκύλο) γαυγίζω 2. (για άνθρωπο) βρίζω, ουρλιάζω νεοελλ. κλαίω σαν μικρό παιδί αρχ. 1. θρηνώ με κραυγές κάποιον, σκούζω 2. απειλώ κεκαλυμμένα. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός ρηματικός σχηματισμός που …   Dictionary of Greek

  • δίγαμμα — To έκτο γράμμα (F) του φοινικικού αλφάβητου, το οποίο ονομάστηκε έτσι από το σχήμα του που μοιάζει με διπλό κεφαλαίο Γ και προφερόταν βαυ, γιατί παρίστανε έναν φθόγγο σαν το σημερινό Β ή σαν μισό ου. Οι Έλληνες, μαζί με τα άλλα γράμματα του… …   Dictionary of Greek

  • bau —     bau     English meaning: sound of barking     Deutsche Übersetzung: Nachahmung of Hundegebells, Schreckwort     Material: Gk. βαὺ βαὺ “ dog barking “, βαΰζω “ barks, blasphemes “, Βαυβώ “ bugbear, Hecate “, Lat. baubor, ürī “ to bark gently… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • Digamma — This article is about the Greek letter. For the mathematical function, see digamma function. Greek alphabet …   Wikipedia

  • TAAUTES — fil. Misoris, ut habet Sanchoniathon, apud Eusebium, Praepar. Euangel. l. 1. artem scribendi reperit, primusque rerum gestarum Commentarios reliquit: ac Aegyptiis quidem Θωὼρ, vel potius Θωὺθ, Alexandrinis autem Θὼδ, Graecis Ε῾ρμῆς dictus est.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αλφάβητο — Κάθε σύστημα γραφής μιας γλώσσας, με την ευρεία έννοια. Πιο ειδικά, είναι το σύνολο των σημείων που χρησιμοποιούνται για τις αλφαβητικές γραφές, οι οποίες διακρίνονται από τις ιδεογραφικές ή τις συλλαβογραφικές. Στην αλφαβητική γραφή, κάθε απλός… …   Dictionary of Greek

  • βαβ — και βάου και γαβ και γάου (Α βαύ) ο χαρακτηριστικός ήχος του γαυγίσματος. [ΕΤΥΜΟΛ. Ηχομιμητική λ.] …   Dictionary of Greek

  • βαυκαλώ — βαυκαλῶ ( άω) (Α) 1. βαυκαλίζω 2. κραυγάζω 3. φροντίζω κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. βαυκαλώ συνδέεται σημασιολογικά με το βαυβώ* και υποστηρίχτηκε ότι αρχικά ήταν σύνθετο (βαυ + κηλώ «μαγεύω, τέρπω, θέλγω»). Κατ άλλους όμως τα βαυκαλώ και βαυκαλίζω… …   Dictionary of Greek

  • νυκτιβαύ — νυκτιβαῡ (Α) (άκλ., αλλά υπάρχει γεν. νυκτιβαοῡτος) νυκτικόραξ, νυχτοκόρακας. [ΕΤΥΜΟΛ. < νυκτι (βλ. ετυμολ. λ. νύχτα) + πιθ. βαῦ, μίμηση τού γαυγίσματος τών σκύλων] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.